Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bruising
01
βίαιος, εντυπωσιακός
brutally forceful and compelling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bruising
συγκριτικός βαθμός
more bruising
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
intensity, force, impact
02
τραυματικός, πληγωτικός
causing physical or mental harm or injury
Παραδείγματα
The bruising athlete played through the pain, showing determination.
Ο τραυματισμένος αθλητής έπαιξε παρά τον πόνο, δείχνοντας αποφασιστικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bruising
bruise



























