bruising
brui
ˈbru:
broo
sing
zɪng
zing
brushingbrowsingbraising

Ορισμός και σημασία του "bruising"στα αγγλικά

01

βίαιος, εντυπωσιακός

brutally forceful and compelling 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bruising
συγκριτικός βαθμός
more bruising
διαβαθμίσιμο
02

τραυματικός, πληγωτικός

causing physical or mental harm or injury 
Παραδείγματα
The bruising athlete played through the pain, showing determination. 

Ο τραυματισμένος αθλητής έπαιξε παρά τον πόνο, δείχνοντας αποφασιστικότητα.

Λεξικό Δέντρο

bruising
bruise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store