bronco
bron
ˈbrɒn
bron
co
kəʊ
kew
broncho

Ορισμός και σημασία του "bronco"στα αγγλικά

01

μπρόνκο, άγριο άλογο

a wild or unbroken horse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
broncos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store