Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brogue
01
brogue, βαρύ δερμάτινο παπούτσι με διακοσμητικά σχέδια και πατημένη σόλα
a heavy leather shoe with decorative patterns and a hobnailed sole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brogues
02
προφορά, ακχεντ
a noticeable and specific way of speaking, typically associated with regions such as Ireland, Scotland, and parts of England
Παραδείγματα
His brogue gave away that he was from Ireland.
Το brogue του φανέρωσε ότι ήταν από την Ιρλανδία.



























