broadside
Pronunciation
/ˈbɹɔdˌsaɪd/

Ορισμός και σημασία του "broadside"στα αγγλικά

01

έντυπη διαφήμιση, φυλλάδιο

an advertisement (usually printed on a page or in a leaflet) intended for wide distribution
broadside definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broadsides
02

ομοβροντία, πλευρική βολή

the simultaneous firing of all the armament on one side of a warship
03

πλευρά πλοίου, ολόκληρη η πλευρά ενός σκάφους από την πλώρη έως την πρύμνη

the whole side of a vessel from stem to stern
04

πλευρική βολή, όλο το οπλισμό που εκτοξεύεται από τη μία πλευρά ενός πολεμικού πλοίου

all of the armament that is fired from one side of a warship
05

καταγγελτική ομιλία, βίαιος επιτιμητικός λόγος

a speech of violent denunciation
to broadside
01

συγκρούομαι με την πλατιά πλευρά, συγκρούομαι με την ευρεία πλευρά του

collide with the broad side of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
broadside
γ΄ ενικό πρόσωπο
broadsides
ενεστώτα μετοχή
broadsiding
απλός αόριστος
broadsided
παθητική μετοχή
broadsided
01

πλαγίως, με την πλευρά

with a side facing an object
γραμματικές πληροφορίες
01

πλευρικός, προς τη μία πλευρά

toward a full side
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store