broadsheet
Pronunciation
/bɹˈɔːdʃiːt/

Ορισμός και σημασία του "broadsheet"στα αγγλικά

01

ένα είδος διαφήμισης που εκτυπώνεται σε μεγάλο χαρτί, διαφημιστική αφίσα

a type of advertisement printed on a large piece of paper
broadsheet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broadsheets
02

σοβαρή εφημερίδα, εφημερίδα μεγάλου μεγέθους

a newspaper that is published on a large piece of paper regarded as more serious
broadsheet definition and meaning
Παραδείγματα
The journalist wrote an investigative piece that was published on the front page of the broadsheet.
Ο δημοσιογράφος έγραψε ένα ερευνητικό άρθρο που δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της σοβαρής εφημερίδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store