Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Broadsheet
01
ένα είδος διαφήμισης που εκτυπώνεται σε μεγάλο χαρτί, διαφημιστική αφίσα
a type of advertisement printed on a large piece of paper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
broadsheets
02
σοβαρή εφημερίδα, εφημερίδα μεγάλου μεγέθους
a newspaper that is published on a large piece of paper regarded as more serious
Παραδείγματα
The broadsheet featured a detailed analysis of the economic implications of the new policy.
Το broadsheet περιελάμβανε μια λεπτομερή ανάλυση των οικονομικών επιπτώσεων της νέας πολιτικής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
broadsheet
broad
sheet



























