Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Broadsheet
01
ένα είδος διαφήμισης που εκτυπώνεται σε μεγάλο χαρτί, διαφημιστική αφίσα
a type of advertisement printed on a large piece of paper
02
σοβαρή εφημερίδα, εφημερίδα μεγάλου μεγέθους
a newspaper that is published on a large piece of paper regarded as more serious
Παραδείγματα
The journalist wrote an investigative piece that was published on the front page of the broadsheet.
Ο δημοσιογράφος έγραψε ένα ερευνητικό άρθρο που δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της σοβαρής εφημερίδας.
Λεξικό Δέντρο
broadsheet
broad
sheet



























