Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to broaden
01
διευρύνω, επεκτείνω
to expand or enlarge the size or dimensions of something
Transitive: to broaden a passage or space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
broaden
γ΄ ενικό πρόσωπο
broadens
ενεστώτα μετοχή
broadening
απλός αόριστος
broadened
παθητική μετοχή
broadened
Παραδείγματα
The city council plans to broaden the sidewalks downtown to accommodate more pedestrians.
Το δημοτικό συμβούλιο σχεδιάζει να διευρύνει τα πεζοδρόμια στο κέντρο της πόλης για να φιλοξενήσει περισσότερους πεζούς.
02
πλαταίνω, διευρύνω
to become wider or to increase in breadth
Intransitive
Παραδείγματα
As the river flowed downstream, it began to broaden, forming a wide expanse of water.
Καθώς το ποτάμι έρεε προς τα κάτω, άρχισε να πλαταίνει, σχηματίζοντας μια ευρεία έκταση νερού.
03
διευρύνω, επεκτείνω
to become larger in scope or range
Intransitive
Παραδείγματα
As she explored different genres of music, her tastes began to broaden.
Καθώς εξερευνούσε διαφορετικά είδη μουσικής, οι γούστοι της άρχισαν να διευρύνονται.
Λεξικό Δέντρο
broadened
broadening
broaden



























