Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bristly
01
τραχύς, αγκαθωτός
Having stiff, short, and coarse hairs or bristles growing closely together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bristliest
συγκριτικός βαθμός
bristlier
διαβαθμίσιμο
02
αγκαθωτός, τριχωτός
having or covered with protective barbs or quills or spines or thorns or setae etc.
03
ευερέθιστος, οξύθυμος
very irritable
Λεξικό Δέντρο
bristliness
bristly
bristle



























