bringing
brin
ˈbrɪn
brin
ging
gɪng
ging
brimmingbraggingbriefing

Ορισμός και σημασία του "bringing"στα αγγλικά

01

παράδοση, διανομή

the act of delivering or distributing something (as goods or mail) 
bringing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bringings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

upbringing
bringing
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store