Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bringing
01
παράδοση, διανομή
the act of delivering or distributing something (as goods or mail)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bringings
Λεξικό Δέντρο
upbringing
bringing



























