Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring back
01
επιστρέφω, φέρνω πίσω
to make something or someone return or be returned to a particular place or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
bring
ενεστώτας
bring back
γ΄ ενικό πρόσωπο
brings back
ενεστώτα μετοχή
bringing back
απλός αόριστος
brought back
παθητική μετοχή
brought back
Παραδείγματα
The successful campaign brought back customers.
Η επιτυχημένη καμπάνια έφερε πίσω πελάτες.
02
επαναφέρω στη συνείδηση, αναζωογονώ
to wake up from unconsciousness
Παραδείγματα
The hiker was brought back after being found unconscious on the trail.
Ο πεζοπόρος επανήλθε στη συνείδηση αφού βρέθηκε αναίσθητος στο μονοπάτι.
03
θυμίζω, επιστρέφω
to make someone remember something from the past
Παραδείγματα
The familiar tune brought back memories of carefree summer days.
Η γνώριμη μελωδία έφερε πίσω αναμνήσεις από ανέμελες καλοκαιρινές μέρες.
04
επιστρέφω, φέρνω πίσω
to return with a specific item or information
Παραδείγματα
Don't worry; I'll bring back your charger from my place.
Μην ανησυχείς· θα φέρω πίσω το φορτιστή σου από το σπίτι μου.
05
επαναφέρω, επανεισάγω
to reintroduce something old or forgotten, like a concept, idea, tradition, etc.
Παραδείγματα
The community wants to bring back the annual festival.
Η κοινότητα θέλει να επιστρέψει το ετήσιο φεστιβάλ.



























