brigadier
bri
ˌbrɪ
bri
ga
dier
ˈdɪə
die
bandoleerperseverepistoleerprivateer

Ορισμός και σημασία του "brigadier"στα αγγλικά

01

πλοίαρχος, ανώτερος αξιωματικός

a rank of officer in the army, above colonel and below major general 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brigadiers
Παραδείγματα
After years of exemplary service, he was promoted from colonel to brigadier. 

Μετά από χρόνια παραδειγματικής υπηρεσίας, προήχθη από συνταγματάρχη σε ταξίαρχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store