bricklaying
bricklaying
brɪkleɪɪng
brikleiing

Ορισμός και σημασία του "bricklaying"στα αγγλικά

01

τοιχοποιία, τοποθέτηση τούβλων

the activity or job of using bricks to build walls or buildings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bricklaying

brick

+

laying

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store