bricklaying
Pronunciation
/bɹˈɪkleɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bricklaying"στα αγγλικά

01

τοιχοποιία, τοποθέτηση τούβλων

the activity or job of using bricks to build walls or buildings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store