Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bribe
01
δωροδοκία, παραχάραξη
an amount of money or something of value given to someone in order to persuade them to do something that is illegal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bribes
Παραδείγματα
The politician was caught accepting a bribe from a construction company in exchange for favorable contracts.
Ο πολιτικός πιάστηκε να δέχεται δωροδοκία από μια εταιρεία κατασκευών σε αντάλλαγμα για ευνοϊκές συμβάσεις.
to bribe
01
δωροδοκώ, παρασύρω
to persuade someone to do something, often illegal, by giving them an amount of money or something of value
Transitive: to bribe sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bribe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bribes
ενεστώτα μετοχή
bribing
απλός αόριστος
bribed
παθητική μετοχή
bribed
Παραδείγματα
Businesses were fined for attempting to bribe government officials for favorable contracts.
Οι επιχειρήσεις επιβλήθηκαν πρόστιμο για την προσπάθεια δωροδοκίας κυβερνητικών αξιωματούχων για ευνοϊκές συμβάσεις.
Λεξικό Δέντρο
bribable
bribery
bribe



























