Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Addiction
01
εθισμός, εξάρτηση
the inability to stop using or doing something, particularly something harmful or unhealthy
Παραδείγματα
Addiction is a complex condition characterized by compulsive drug use or engagement in a behavior despite harmful consequences.
Ο εθισμός είναι μια πολύπλοκη κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την καταναγκαστική χρήση ναρκωτικών ή τη συμμετοχή σε μια συμπεριφορά παρά τις επιβλαβείς συνέπειες.
02
εθισμός, απόδοση
(Roman law) a formal award by a magistrate of a thing or person to another person (as the award of a debtor to his creditor); a surrender to a master
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
addictions
03
εθισμός, εξάρτηση
a strong desire to do or have something
Παραδείγματα
His addiction to video games kept him from focusing on his schoolwork.
Ο εθισμός του στα βιντεοπαιχνίδια τον εμπόδιζε να επικεντρωθεί στα σχολικά του καθήκοντα.
Λεξικό Δέντρο
addiction
addict



























