Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to breeze through
01
περνάω εύκολα, πετυχαίνω χωρίς προσπάθεια
to do or achieve something easily
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
breeze
ενεστώτας
breeze through
γ΄ ενικό πρόσωπο
breezes through
ενεστώτα μετοχή
breezing through
απλός αόριστος
breezed through
παθητική μετοχή
breezed through
Παραδείγματα
She's so well-prepared that she can breeze through difficult exams.
Είναι τόσο καλά προετοιμασμένη που μπορεί να περάσει εύκολα δύσκολες εξετάσεις.



























