Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to breeze through
[phrase form: breeze]
01
περνάω εύκολα, πετυχαίνω χωρίς προσπάθεια
to do or achieve something easily
Παραδείγματα
With a bit of practice, you can breeze through this video game level.
Με λίγη εξάσκηση, μπορείτε να περάσετε εύκολα αυτό το επίπεδο του βιντεοπαιχνιδιού.



























