Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to breeze through
[phrase form: breeze]
01
περνάω εύκολα, πετυχαίνω χωρίς προσπάθεια
to do or achieve something easily
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
breeze
ενεστώτας
breeze through
γ΄ ενικό πρόσωπο
breezes through
ενεστώτα μετοχή
breezing through
απλός αόριστος
breezed through
παθητική μετοχή
breezed through
Παραδείγματα
With a bit of practice, you can breeze through this video game level.
Με λίγη εξάσκηση, μπορείτε να περάσετε εύκολα αυτό το επίπεδο του βιντεοπαιχνιδιού.



























