adaptive
a
ə
ē
dap
ˈdæp
dāp
tive
tɪv
tiv
adoptiveadditiveadaptative

Ορισμός και σημασία του "adaptive"στα αγγλικά

01

προσαρμοστικός, προσαρμόσιμος

having a capacity for adaptation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adaptive
συγκριτικός βαθμός
more adaptive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, behavior, systems

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

adaptively
nonadaptive
adaptive
adapt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store