Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breeder
01
αναπαραγωγέας, γονέας
a heterosexual person, often used to refer to someone who has children
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
That breeder just posted a new family photo online.
02
εκτροφέας, αναπαραγωγέας
a person or animal that produces offspring through reproduction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
breeders
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
breeder
breed



























