breeder
Pronunciation
/ˈbɹidɝ/

Ορισμός και σημασία του "breeder"στα αγγλικά

01

εκτροφέας, αναπαραγωγέας

a person or animal that produces offspring through reproduction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breeders
02

αναπαραγωγέας, γονέας

a heterosexual person, often used to refer to someone who has children
offensive
slang
Παραδείγματα
That breeder energy was all about family life.
Αυτή η ενέργεια του αναπαραγωγέα αφορούσε αποκλειστικά την οικογενειακή ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store