to breathe out
Pronunciation
/bɹˈiːð ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "breathe out"στα αγγλικά

to breathe out
01

εκπνέω, απελευθερώνω αέρα

expel air
to breathe out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
breathe
ενεστώτας
breathe out
γ΄ ενικό πρόσωπο
breathes out
ενεστώτα μετοχή
breathing out
απλός αόριστος
breathed out
παθητική μετοχή
breathed out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store