to breathalyze
brea
ˈbrɛ
μπρε
tha
θə
θα
lyze
laɪz
λαιζ
breathalyse

Ορισμός και σημασία του "breathalyze"στα αγγλικά

to breathalyze
01

πραγματοποιώ αλκοτέστ, φυσώ στο αλκοολόμετρο

to administer a breath test to determine the level of alcohol in someone's bloodstream 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
breathalyze
γ΄ ενικό πρόσωπο
breathalyzes
ενεστώτα μετοχή
breathalyzing
απλός αόριστος
breathalyzed
παθητική μετοχή
breathalyzed
Παραδείγματα
The police officer asked him to breathalyze after suspecting he was driving under the influence. 

Ο αστυνομικός του ζήτησε να κάνει αλκοτέστ αφού υποψιάστηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

breathalyzer
breathalyze
breath
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store