Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to breathalyze
01
πραγματοποιώ αλκοτέστ, φυσώ στο αλκοολόμετρο
to administer a breath test to determine the level of alcohol in someone's bloodstream
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
breathalyze
γ΄ ενικό πρόσωπο
breathalyzes
ενεστώτα μετοχή
breathalyzing
απλός αόριστος
breathalyzed
παθητική μετοχή
breathalyzed
Παραδείγματα
She had been breathalyzing people for hours when the situation took a turn.
Είχε ελέγχει την αναπνοή ανθρώπων για ώρες όταν η κατάσταση άλλαξε.
Λεξικό Δέντρο
breathalyzer
breathalyze
breath



























