breakout
break
ˈbreɪk
breik
out
aʊt
awt
breadnut

Ορισμός και σημασία του "breakout"στα αγγλικά

01

απόδραση, φυγή

an escape from prison or jail 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breakouts
Παραδείγματα
There was a breakout last night. 

Υπήρξε μια απόδραση χθες το βράδυ.

02

η έξοδος της μπάλας, η έναρξη της επίθεσης

the act of moving the ball from defense to offense to start an attack in lacrosse 
Παραδείγματα
The defenseman initiated the breakout by passing to the midfielder. 

Ο αμυντικός ξεκίνησε την έξοδο περνώντας την μπάλα στον μέσο.

01

εκρηκτικός, αιφνίδια επιτυχία

suddenly experiencing a smashing success or becoming extremely popular 
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most breakout
συγκριτικός βαθμός
more breakout
διαβαθμίσιμο
to breakout
01

ξεσπώ, ξεκινώ

to start suddenly, typically referring to the sudden occurrence or spread of a disease 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
break
ενεστώτας
break out
γ΄ ενικό πρόσωπο
breaks out
ενεστώτα μετοχή
breaking out
απλός αόριστος
broke out
παθητική μετοχή
broken out
Παραδείγματα
A flu epidemic broke out in the city during winter. 

Μια επιδημία γρίπης ξέσπασε στην πόλη κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store