Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to braze
01
συγκολλώ με κράμα, ενώνω μέταλλα με τήξη ισχυρού υλικού μεταξύ τους
to join metals by melting a strong material between them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
braze
γ΄ ενικό πρόσωπο
brazes
ενεστώτα μετοχή
brazing
απλός αόριστος
brazed
παθητική μετοχή
brazed
Παραδείγματα
The craftsman chose to braze the metal joints of the antique restoration project for both strength and authenticity.
Ο τεχνίτης επέλεξε να συγκολλήσει τις μεταλλικές αρθρώσεις του έργου αποκατάστασης αντικειμένων τόσο για αντοχή όσο και για αυθεντικότητα.



























