to braze
braze
breɪz
breiz
bragebrakebraveblaze

Ορισμός και σημασία του "braze"στα αγγλικά

to braze
01

συγκολλώ με κράμα, ενώνω μέταλλα με τήξη ισχυρού υλικού μεταξύ τους

to join metals by melting a strong material between them 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
braze
γ΄ ενικό πρόσωπο
brazes
ενεστώτα μετοχή
brazing
απλός αόριστος
brazed
παθητική μετοχή
brazed
Παραδείγματα
The blacksmith decided to braze the pieces of metal together for a more secure connection. 

Ο σιδηρουργός αποφάσισε να συγκολλήσει τα κομμάτια μετάλλου μαζί για μια πιο ασφαλή σύνδεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store