bray
Pronunciation
/ˈbɹeɪ/

Ορισμός και σημασία του "bray"στα αγγλικά

01

το γάιδαρου, η κραυγή του γαϊδάρου

the cry of an ass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brays
to bray
01

κραυγάζω, γελάω δυνατά

to emit a loud, harsh, and often discordant sound, resembling the cry of a donkey
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bray
γ΄ ενικό πρόσωπο
brays
ενεστώτα μετοχή
braying
απλός αόριστος
brayed
παθητική μετοχή
brayed
Παραδείγματα
As soon as the clown entered the room, the children began to bray with laughter at his comical antics.
Μόλις ο κλόουν μπήκε στο δωμάτιο, τα παιδιά άρχισαν να κραυγάζουν από γέλια με τις κωμικές του κινήσεις.
02

θρυμματίζω, αλέθω

reduce to small pieces or particles by pounding or abrading
03

κραυγάζω σαν γάιδαρος, βγάζω δυνατό

to make a loud, harsh, and unpleasant sound like that of a donkey
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store