Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brawl
01
καβγάς, συμπλοκή
a noisy, violent fight or quarrel, typically involving a group of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brawls
Παραδείγματα
The brawl erupted outside the bar and quickly attracted a crowd of onlookers.
Η καβγά ξέσπασε έξω από το μπαρ και γρήγορα τράβηξε ένα πλήθος θεατών.
02
καυγάς, θορυβώδες πάρτι
an uproarious party
to brawl
01
τσακώνομαι, καβγαδίζω θορυβωδώς
to quarrel noisily, angrily or disruptively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
brawls
ενεστώτα μετοχή
brawling
απλός αόριστος
brawled
παθητική μετοχή
brawled



























