brawl
brawl
brɔ:l
brawl
brailbradawl

Ορισμός και σημασία του "brawl"στα αγγλικά

01

καβγάς, συμπλοκή

a noisy, violent fight or quarrel, typically involving a group of people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brawls
Παραδείγματα
The brawl erupted outside the bar and quickly attracted a crowd of onlookers. 

Η καβγά ξέσπασε έξω από το μπαρ και γρήγορα τράβηξε ένα πλήθος θεατών.

02

καυγάς, θορυβώδες πάρτι

an uproarious party 
to brawl
01

τσακώνομαι, καβγαδίζω θορυβωδώς

to quarrel noisily, angrily or disruptively 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
brawls
ενεστώτα μετοχή
brawling
απλός αόριστος
brawled
παθητική μετοχή
brawled

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store