replicable
rep
ˈrɛp
rep
li
li
cable
kəbl
kēbl
replayable

Ορισμός και σημασία του "replicable"στα αγγλικά

replicable
01

αναπαραγώγιμος, επανάληπτος

capable of being copied or reproduced with the same outcome 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most replicable
συγκριτικός βαθμός
more replicable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their method is replicable in different industries. 

Η μέθοδός τους είναι αναπαραγώγιμη σε διαφορετικές βιομηχανίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store