Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
replicable
01
αναπαραγώγιμος, επανάληπτος
capable of being copied or reproduced with the same outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most replicable
συγκριτικός βαθμός
more replicable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The model is replicable in various situations.
Το μοντέλο είναι αναπαραγώγιμο σε διάφορες καταστάσεις.



























