smelting
Pronunciation
/ˈsmɛɫtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "smelting"στα αγγλικά

01

τήξη, κατεργασία μετάλλων

the process of heating and melting rocks or ores to take out metals from them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Copper is separated from ore by smelting.
Ο χαλκός διαχωρίζεται από το μετάλλευμα με τήξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store