Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to practise
01
πρακτική, ασκούμαι
to do something again and again in order to get better at it
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
practise
γ΄ ενικό πρόσωπο
practises
ενεστώτα μετοχή
practising
απλός αόριστος
practised
παθητική μετοχή
practised
Παραδείγματα
I practise the guitar every evening.
Πρακτική κιθάρα κάθε βράδυ.
02
πρακτική, εφαρμόζω
to carry out or apply a particular method or activity, especially as a regular or established routine
Dialect
British
Παραδείγματα
Some families practise composting as part of their lifestyle.
Μερικές οικογένειες ασκούν κομποστοποίηση ως μέρος του τρόπου ζωής τους.



























