Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to practise
01
πρακτική, ασκούμαι
to do something again and again in order to get better at it
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
practise
γ΄ ενικό πρόσωπο
practises
ενεστώτα μετοχή
practising
απλός αόριστος
practised
παθητική μετοχή
practised
Παραδείγματα
The children will practise their lines tomorrow.
Τα παιδιά θα εξασκούν τις γραμμές τους αύριο.
02
πρακτική, εφαρμόζω
to carry out or apply a particular method or activity, especially as a regular or established routine
Dialect
British
Παραδείγματα
A new teaching style is being practised in the school.
Ένας νέος τρόπος διδασκαλίας πρακτεύεται στο σχολείο.



























