Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strain out
01
στραγγίζω, φιλτράρω
to separate solids from liquids or finer particles from coarser ones by passing the mixture through a filter, sieve, or mesh
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
Strain
ενεστώτας
strain out
γ΄ ενικό πρόσωπο
strains out
ενεστώτα μετοχή
straining out
απλός αόριστος
strained out
παθητική μετοχή
strained out
Παραδείγματα
Strain out the tea leaves before pouring the tea.
Σουρώστε τα φύλλα τσαγιού πριν ρίξετε το τσάι.



























