Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to battle out
[phrase form: battle]
01
πολεμώ μέχρι το τέλος, ανταγωνίζομαι μέχρι το τέλος
to compete, argue, or fight until a decision, winner, or resolution is reached
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
battle
ενεστώτας
battle out
γ΄ ενικό πρόσωπο
battles out
ενεστώτα μετοχή
battling out
απλός αόριστος
battled out
παθητική μετοχή
battled out
Παραδείγματα
He and his opponent battled it out in a fierce tennis match.
Αυτός και ο αντίπαλός του πολέμησαν σε έναν έντονο αγώνα τένις.



























