regrowth
re
ri:
ri
growth
ˈgrəʊθ
grewth
growthslothtrothloath
re-growth

Ορισμός και σημασία του "regrowth"στα αγγλικά

01

αναγέννηση, αναβλάστηση

the process of new growth returning after something has been removed, damaged, or lost 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The tree showed signs of regrowth after being cut down. 

Το δέντρο έδειξε σημάδια αναγέννησης μετά την κοπή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

regrowth
growth
grow
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store