Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
squirrelly
01
αναξιόπιστος, ασταθής
used to describe someone or something that is untrustworthy, erratic, or difficult to predict. It can also imply a sense of nervousness or instability in behavior
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most squirrelly
συγκριτικός βαθμός
more squirrelly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I do n’t know if I should believe him; he ’s been acting squirrelly lately.
Δεν ξέρω αν πρέπει να τον πιστέψω· τελευταία συμπεριφέρεται απρόβλεπτα.
Λεξικό Δέντρο
squirrelly
squirrel



























