Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zoned
01
χαμένος, στα σύννεφα
(of a person) dazed, absent-minded, or senseless, often due to exhaustion, distraction, or emotional shock
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most zoned
συγκριτικός βαθμός
more zoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was completely zoned out during the lecture.
Ήταν εντελώς αφηρημένος κατά τη διάρκεια της διάλεξης.
Λεξικό Δέντρο
zoned
zone



























