Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revved
01
ενθουσιασμένος, παρακινημένος
used to describe someone who is ready and excited, often in relation to being enthusiastic or prepared for action
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most revved
συγκριτικός βαθμός
more revved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was all revved up for the race, determined to win.
Ήταν όλος ενθουσιασμένος για τον αγώνα, αποφασισμένος να κερδίσει.
Λεξικό Δέντρο
revved
rev



























