wet noodle
wet
ˈwɛt
vet
noo
nu:
noo
dle
dəl
dēl

Ορισμός και σημασία του "wet noodle"στα αγγλικά

01

χαλαστής, κατεδαφιστής της διασκέδασης

a person who dampens excitement, enthusiasm, or fun 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wet noodles
Παραδείγματα
Don't be such a wet noodlejust come dance with us! 

Μην είσαι χαλάστης της διασκέδασης—απλά έλα να χορέψεις μαζί μας!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store