Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fudge around
01
πειράζω, αλλοιώνω
to tamper with or alter something in a way that is imprecise or unreliable
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
fudge
ενεστώτας
fudge around
γ΄ ενικό πρόσωπο
fudges around
ενεστώτα μετοχή
fudging around
απλός αόριστος
fudged around
παθητική μετοχή
fudged around
Παραδείγματα
Stop fudging around with the settings; just leave it as it is!
Σταμάτα να πειράζεις τις ρυθμίσεις; άφησες τις όπως είναι!



























