to fudge around
fudge
ˈfʌʤ
faj
a
a
a
round
raʊnd
rawnd

Ορισμός και σημασία του "fudge around"στα αγγλικά

to fudge around
01

πειράζω, αλλοιώνω

to tamper with or alter something in a way that is imprecise or unreliable 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
fudge
ενεστώτας
fudge around
γ΄ ενικό πρόσωπο
fudges around
ενεστώτα μετοχή
fudging around
απλός αόριστος
fudged around
παθητική μετοχή
fudged around
Παραδείγματα
Stop fudging around with the settings; just leave it as it is! 

Σταμάτα να πειράζεις τις ρυθμίσεις; άφησες τις όπως είναι!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store