fat lip
fat
fæt
fāt
lip
lɪp
lip

Ορισμός και σημασία του "fat lip"στα αγγλικά

01

φουσκωμένο χείλος, πρησμένο χείλος

a swollen lip from getting punched in the mouth 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fat lips
Παραδείγματα
After the fight, he came home with a fat lip and a black eye. 

Μετά τη μάχη, ήρθε σπίτι με ένα πρησμένο χείλος και ένα μαύρο μάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store