Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beet red
01
κόκκινο σαν παντζάρι, άλικο
extremely red in the face, usually due to embarrassment, anger, or exertion
Παραδείγματα
She went beet red when she tripped and spilled her drink at the party.
Έγινε κόκκινη σαν παντζάρι όταν σκόνταψε και έριξε το ποτό της στο πάρτι.



























