Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beet red
01
κόκκινο σαν παντζάρι, άλικο
extremely red in the face, usually due to embarrassment, anger, or exertion
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beet red
συγκριτικός βαθμός
more beet red
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He turned beet red when the teacher caught him daydreaming in class.
Έγινε κόκκινος σαν παντζάρι όταν ο δάσκαλος τον πιάσει να ονειροπολεί στην τάξη.



























