Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hair out
01
πανικοβάλλομαι, φοβάμαι
to become scared or panicked, often at the last moment or during a tense situation
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
hair
ενεστώτας
hair out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hairs out
ενεστώτα μετοχή
hairing out
απλός αόριστος
haired out
παθητική μετοχή
haired out
Παραδείγματα
I was fine up until the final exam, then I just started to hair out.
Ήμουν καλά μέχρι το τελικό διαγώνισμα, μετά άρχισα να πανικοβάλλομαι.



























