glue foot
glue
glu:
γκλου
foot
fʊt
φουτ

Ορισμός και σημασία του "glue foot"στα αγγλικά

01

κολλημένο πόδι, άσο της σανίδας

a surfer who rarely or never falls off their surfboard, often due to impressive balance and skill 
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
glue feet
Παραδείγματα
That guy's a glue foot, he hasn’t wiped out in years. 

Αυτός ο τύπος είναι ένα κόλλα πόδι, δεν έχει πέσει εδώ και χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store