glue
glue
glu:
gloo
glumeglute

Ορισμός και σημασία του "glue"στα αγγλικά

01

κόλλα, επικολλητικό

a substance that is used to stick things to each other 
glue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glues
Παραδείγματα
She applied glue to the edges of the paper to create a scrapbook. 

Εφάρμοσε κόλλα στις άκρες του χαρτιού για να δημιουργήσει ένα άλμπουμ.

to glue
01

κολλώ, επικολλώ

to connect or attach items by applying a sticky substance 
Transitive: to glue sth
to glue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glue
γ΄ ενικό πρόσωπο
glues
ενεστώτα μετοχή
gluing
απλός αόριστος
glued
παθητική μετοχή
glued
Παραδείγματα
I will glue the broken pieces of the vase back together. 

Θα κολλήσω τα σπασμένα κομμάτια του βάζου πίσω μαζί.

1.1

κολλώ, είμαι κολλημένος

to be fixed or held in place with intense focus or interest, as if by the adhesive properties of glue 
Παραδείγματα
The audience was glued to their seats during the thrilling performance. 

Το κοινό ήταν κολλημένο στις θέσεις του κατά τη διάρκεια της συναρπαστικής παράστασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store