Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bum on
01
θυμώνω με, ενοχλούμαι με
to become angry or upset with someone or something, often over a minor issue
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
bum
ενεστώτας
bum on
γ΄ ενικό πρόσωπο
bums on
ενεστώτα μετοχή
bumming on
απλός αόριστος
bummed on
παθητική μετοχή
bummed on
Παραδείγματα
She bummed on her friends after they made fun of her outfit.
Αυτή θύμωσε με τους φίλους της αφού την κορόιδεψαν για τη στολή της.



























