Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dode
01
ανόητος, αφελής
someone who is foolish or naive
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dodes
Παραδείγματα
Stop acting like a dode and pay attention!
Σταμάτα να συμπεριφέρεσαι σαν βλάκας και πρόσεχε!



























