Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clear shot
01
καθαρή θέα, σαφής ευκαιρία
an unobstructed view or opportunity
Παραδείγματα
The new contract was a clear shot at solidifying their position in the industry.
Το νέο συμβόλαιο ήταν μια σαφής ευκαιρία για την εδραίωση της θέσης τους στη βιομηχανία.



























