hooptie
Pronunciation
/hˈuːpti/

Ορισμός και σημασία του "hooptie"στα αγγλικά

01

σαράβαλο, σκουπίδι

a rundown, old, or poorly maintained car
culturally sensitive
humorous
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoopties
Παραδείγματα
She refuses to ride in my hooptie, says it ’s embarrassing.
Αρνείται να μπει στο παλιό μου αυτοκίνητο, λέει ότι είναι ντροπιαστικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store