Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trending
01
δημοφιλής, διαδεδομένος
currently gaining attention or popularity, especially on social media or in the news
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trending
συγκριτικός βαθμός
more trending
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
media, society, attention
Παραδείγματα
The trending topic on Twitter today is the upcoming election.
Το δημοφιλές θέμα στο Twitter σήμερα είναι οι επερχόμενες εκλογές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
trending
trend



























