Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trending
01
δημοφιλής, διαδεδομένος
currently gaining attention or popularity, especially on social media or in the news
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trending
συγκριτικός βαθμός
more trending
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The trending app has quickly become a must-have for smartphone users.
Η δημοφιλής εφαρμογή έχει γίνει γρήγορα απαραίτητη για τους χρήστες smartphones.
Λεξικό Δέντρο
trending
trend



























