Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yack
01
ξεράω, κάνω εμετό
to vomit or throw up, often used informally or humorously
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yack
γ΄ ενικό πρόσωπο
yacks
ενεστώτα μετοχή
yacking
απλός αόριστος
yacked
παθητική μετοχή
yacked
Παραδείγματα
I ate too much pizza and now I feel like I’m going to yack.
Έφαγα πολλή πίτσα και τώρα νιώθω σαν να πρόκειται να κάνω εμετό.



























