wussy
Pronunciation
/wˈʊsi/

Ορισμός και σημασία του "wussy"στα αγγλικά

01

δειλός, αδύναμος

a person who is perceived as weak, cowardly, or overly sensitive
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wussies
Παραδείγματα
You ’re not a wussy just because you do n’t like horror movies.
Δεν είσαι δειλός απλώς επειδή δεν σου αρέσουν τα ταινίες τρόμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store