wussy
wu
ˈwʊ
voo
ssy
si
si
pussyasspussy

Ορισμός και σημασία του "wussy"στα αγγλικά

01

δειλός, αδύναμος

a person who is perceived as weak, cowardly, or overly sensitive 
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wussies
Παραδείγματα
Stop being such a wussy and just ask her out! 

Σταμάτα να είσαι δειλός και απλά πες της να βγείτε!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store