Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to screw over
01
εξαπατώ, προδίδω
to cheat, betray, or unfairly ruin someone's chances or situation
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
screw
ενεστώτας
screw over
γ΄ ενικό πρόσωπο
screws over
ενεστώτα μετοχή
screwing over
απλός αόριστος
screwed over
παθητική μετοχή
screwed over
Παραδείγματα
He really screwed me over by taking credit for my idea.
Με screwed over πραγματικά παίρνοντας την πίστωση για την ιδέα μου.



























