Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to screw over
[phrase form: screw]
01
εξαπατώ, προδίδω
to cheat, betray, or unfairly ruin someone's chances or situation
Dialect
American
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
screw
ενεστώτας
screw over
γ΄ ενικό πρόσωπο
screws over
ενεστώτα μετοχή
screwing over
απλός αόριστος
screwed over
παθητική μετοχή
screwed over
Παραδείγματα
They screwed over the small businesses to make a quick profit.
Εξαπάτησαν τις μικρές επιχειρήσεις για να κάνουν γρήγορο κέρδος.



























