Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rag on
01
κριτικάρω συνεχώς, παραπονιέμαι επίμονα
to criticize or complain about someone or something in a persistent or annoying manner
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rag
ενεστώτας
rag on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rags on
ενεστώτα μετοχή
ragging on
απλός αόριστος
ragged on
παθητική μετοχή
ragged on
Παραδείγματα
Stop ragging on me for making a mistake!
Σταμάτα να με επικρίνεις επειδή έκανα λάθος!



























