Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rag on
01
κριτικάρω συνεχώς, παραπονιέμαι επίμονα
to criticize or complain about someone or something in a persistent or annoying manner
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rag
ενεστώτας
rag on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rags on
ενεστώτα μετοχή
ragging on
απλός αόριστος
ragged on
παθητική μετοχή
ragged on
Παραδείγματα
They were ragging on the movie, saying it was too long.
Κριτικάραν την ταινία, λέγοντας ότι ήταν πολύ μεγάλη.



























