to bum off
bum
bʌm
bam
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "bum off"στα αγγλικά

to bum off
01

ζητιανεύω, δανείζομαι χωρίς πρόθεση επιστροφής

to borrow something without intending to repay or to get something from someone without giving anything in return 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
bum
ενεστώτας
bum off
γ΄ ενικό πρόσωπο
bums off
ενεστώτα μετοχή
bumming off
απλός αόριστος
bummed off
παθητική μετοχή
bummed off
Παραδείγματα
He always tries to bum off his friends for food. 

Προσπαθεί πάντα να τσιμπήσει φαγητό από τους φίλους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store