Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bum off
01
ζητιανεύω, δανείζομαι χωρίς πρόθεση επιστροφής
to borrow something without intending to repay or to get something from someone without giving anything in return
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
bum
ενεστώτας
bum off
γ΄ ενικό πρόσωπο
bums off
ενεστώτα μετοχή
bumming off
απλός αόριστος
bummed off
παθητική μετοχή
bummed off
Παραδείγματα
Stop trying to bum money off me.
Σταμάτα να προσπαθείς να μου τραβήξεις λεφτά.



























