Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bum off
01
ζητιανεύω, δανείζομαι χωρίς πρόθεση επιστροφής
to borrow something without intending to repay or to get something from someone without giving anything in return
Παραδείγματα
Stop trying to bum money off me.
Σταμάτα να προσπαθείς να μου τραβήξεις λεφτά.



























