Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cap on
01
κριτικάρω, κατακρίνω
to criticize or make negative comments about something or someone
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
cap
ενεστώτας
cap on
γ΄ ενικό πρόσωπο
caps on
ενεστώτα μετοχή
capping on
απλός αόριστος
capped on
παθητική μετοχή
capped on
Παραδείγματα
Stop capping on my ideas; they ’re just as good as yours.
Σταμάτα να κριτικάρεις τις ιδέες μου· είναι τόσο καλές όσο και οι δικές σου.



























