Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cap on
01
κριτικάρω, κατακρίνω
to criticize or make negative comments about something or someone
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
cap
ενεστώτας
cap on
γ΄ ενικό πρόσωπο
caps on
ενεστώτα μετοχή
capping on
απλός αόριστος
capped on
παθητική μετοχή
capped on
Παραδείγματα
She’s always capping on her coworkers, it's becoming unbearable.
Πάντα κριτικάρει τους συναδέλφους της, γίνεται αφόρητο.



























