Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bitching
01
φανταστικός, εντυπωσιακός
used to describe something that is exceptionally good, impressive, or amazing
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bitching
συγκριτικός βαθμός
more bitching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She showed up in a bitching new car that turned everyone's heads.
Εμφανίστηκε με ένα καταπληκτικό καινούριο αυτοκίνητο που γύρισε όλα τα κεφάλια.
Λεξικό Δέντρο
bitching
bitch



























